Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (περί τα 1870-1934) είναι ο πιο γνωστός λαϊκός ζωγράφος της Ελλάδας. Γεννήθηκε στη Βαρειά Μυτιλήνης και ήταν το πρώτο από τα 8 παιδιά μιας φτωχής οικογένειας. Σε νεαρή ηλικία, αναχώρησε για τη Σμύρνη προκειμένου να εργαστεί. Το 1897 έφθασε ως εθελοντής στρατιώτης στον Βόλο όπου συμμετείχε στις μάχες του Δομοκού και του Βελεστίνου. Όντας φύση ανυπότακτη και ιδιόρρυθμη, για χρόνια περιπλανήθηκε στην ευρύτερη περιοχή του Βόλου και του Πηλίου ζωγραφίζοντας τοιχογραφίες σε οικίες, εκκλησίες και καταστήματα με πενιχρό αντίτιμο που του επέτρεπε μετά βίας να ζει. Η θεματολογία των έργων του εστιάζει κυρίως σε απεικονίσεις ηρώων και σκηνών της καθημερινότητας και της υπαίθρου, που με δεξιοτεχνία ζωντάνευε μέσα από σύνθετους χρωματισμούς.
Περί το 1927, επέστρεψε στη γενέτειρά του, συνεχίζοντας να ζωγραφίζει σε καταστήματα και σπίτια. Μερικά χρόνια αργότερα, συναντήθηκε με τον τεχνοκριτικό Στρατή Ελευθεριάδη ο οποίος παρακινούμενος από τον ζωγράφο Γουναρόπουλο, είχε επιδιώξει να τον αναζητήσει. Εντυπωσιασμένος από το έργο του Θεόφιλου, ο Ελευθεριάδης τον στήριξε οικονομικά προκειμένου να ζωγραφίζει, με σκοπό να τον συστήσει στον καλλιτεχνικό χώρο του Παρισιού. Ωστόσο, η αναγνώριση του Θεόφιλου ήρθε μετά θάνατον, καθώς το 1934 πέθανε, πιθανόν από τροφική δηλητηρίαση. Το 1961 έργα του Θεόφιλου φιλοξενήθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου κάνοντάς τον γνωστό σε όλη την Ευρώπη. Πίσω στη γενέτειρά του, στη Βαρειά, με δαπάνη του Στρατή Ελευθεριάδη συστάθηκε το Μουσείο Θεόφιλου το οποίο εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 1965.



















