Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1915, η Λέσβος καταλήφθηκε από τις αγγλικές και γαλλικές δυνάμεις προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως σταθμός ανεφοδιασμού, περίθαλψης και ως αγκυροβόλιο, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στα στενά των Δαρδανελίων. Έτσι εμμέσως ενεπλάκη στις επιχειρήσεις παρόλο που ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ επιθυμούσε τη διατήρηση ουδετερότητας από πλευράς της Ελλάδας. Αντιθέτως, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν υπέρμαχος της συμμετοχής της στο πλευρό της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Μ. Βρετανία, Γαλλία), με τις συνθήκες να οδηγούν το καλοκαίρι του 1916 στον λεγόμενο Εθνικό Διχασμό όπου δημιουργήθηκαν δύο αντίπαλα κινήματα, της Αθήνας με τον Κωνσταντίνο και της Θεσσαλονίκης με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Στη Λέσβο, η πλειοψηφία των κατοίκων του νησιού, κατόπιν και της επίσκεψης του Γεωργίου Παπανδρέου, τάχθηκε υπέρ της προσχώρησης στο κίνημα της Θεσσαλονίκης και την εμπλοκή στον πόλεμο. Τον Σεπτέμβριο του 1916 κατέφθασε στη Λέσβο ο Ε. Βενιζέλος και διόρισε τον Γ. Παπανδρέου Γενικό Διοικητή Νήσων Αιγαίου. Στο νησί, στην περιοχή των Λουτρών, δημιουργήθηκαν υπό τη διοίκηση του Γάλλου Συνταγματάρχη γαλλικό στρατόπεδο, νοσοκομείο καθώς και νεκροταφείο.
Εκείνη την περίοδο, απελάθηκαν από τις συμμαχικές δυνάμεις με την κατηγορία της κατασκοπείας, άτομα γερμανικής ή αυστριακής υπηκοότητας που κατοικούσαν στο νησί και μέλη εύπορων οικογενειών με φιλοβασιλικά αισθήματα που επιθυμούσαν την ουδετερότητα, ενώ στο στρατόπεδο «Σίσμερις» στα Λουτρά, οδηγούνταν Έλληνες κρατούμενοι που δεν δέχτηκαν να προσχωρήσουν στο κίνημα της Θεσσαλονίκης και συλλαμβάνονταν από τα γαλλικά στρατεύματα. Μετά το τέλος του πολέμου, τον Ιανουάριο του 1919 το στρατόπεδο διαλύθηκε, ενώ σήμερα στην περιοχή των Λουτρών σώζεται το ερειπωμένο νεκροταφείο.











