Η Σαμιοπούλα είναι το μεγαλύτερο από τα νησάκια της Σάμου. Βρίσκεται στα νότια της Σάμου και προσεγγίζεται με πλοιάρια από τα δικά της δυτικά παράλια, που βρίσκεται ο όρμος Κατσακάς (ή Αγίας Πελαγίας) και η αμμώδης παραλία Ψαλίδα. Έχει έκταση 1,018 τ. χλμ., 5.928 χλμ. ακτογραμμή και μέγιστο υψόμετρο στα 153,18 μ. Στη μικρή της έκταση συγκεντρώνει πολυάριθμα αγριοκάτσικα και σε μαρτυρία του 17ου αιώνα σημειώνεται η ύπαρξη πολύ αρωματικού λουλουδιού, που οι Σαμιώτες αποκαλούν «κόρες». Τα εκκλησάκια της δείχνουν ότι, αιώνες πριν, μάλλον ασκήτευαν εκεί μοναχοί από την Ιερά Μονή Πάτμου. Το 1865 χρησιμοποιήθηκε ως λοιμοκαθαρτήριο πλοίων που έφταναν στη Σάμο μολυσμένα από χολέρα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι κάτοικοί της ήταν λαϊκοί και λιγοστοί, μερικές δεκάδες, και ασχολούνταν κυρίως με τη κτηνοτροφία και την αλιεία. Ο αριθμός των κατοίκων έβαινε έκτοτε μειούμενος, και τις διατροφικές ανάγκες τους κάλυπταν συμπληρωματικά, δέντρα πολύ γνώριμα και στη Σάμο: ελιές, συκιές, χαρουπιές, αμυγδαλιές.
Στο γύρισμα προς τον 21ο αιώνα στη Σαμιοπούλα υπήρχε μία κάτοικος. Όσοι τη γνώριζαν τη συσχετίζουν με τη θρυλική Κυρά της Ρω της Δωδεκανήσου (Δέσποινα Αχλαδιώτη, 1890-1982) και τη μάλλον λιγότερο γνωστή, μα επίσης Κυρά του Αιγαίου, την Κυρά της Ρήνειας των Κυκλάδων (Αικατερίνη Σαντοριναίου, 1915-1990). Και η τελευταία κάτοικος της Σαμιοπούλας ονομαζόταν Αικατερίνη. Αικατερίνη Κάππου.
Στη Σαμιοπούλα η Κατίνα Κάππου έφτασε από την Πάτμο και εγκαταστάθηκε νιόπαντρη (1944-45), όταν από τη Μονή Παναγιάς το νησάκι παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος, με την προϋπόθεση να εγκατασταθούν ακτήμονες αγρότες. Τα σημερινά κτίσματα και τα γύρω καρποφόρα δέντρα πέρασαν από τα χέρια τους. Ένα από τα παιδιά τους γεννήθηκε χωρίς καν βοήθεια από μαμή, επειδή τη μέρα εκείνη είχε αποκλείσει τη Σαμιοπούλα φουρτούνα. Με τον σύζυγό της Αναστάσιο ζούσαν ακόμη εκεί μαζί, μόνοι κάτοικοι οι δυο τους, κι αφού εκείνος είχε υπερβεί τα 80 χρόνια του. Αφού έχασε και το σύζυγό της το 2000, δέχτηκε επίμονες παρακλήσεις να μετακομίσει στη Σάμο, όπου θα είχε την κατάλληλη για την προχωρημένη ηλικία της φροντίδα. Αρνήθηκε να φύγει έως τέλους.
Σύμφωνα με τα λόγια της που περνούν από στόμα σε στόμα, ήθελε να μείνει στη Σαμιοπούλα για να φροντίζει την Ελληνική Σημαία και να ανάβει τα καντήλια στα εκκλησάκια της. Ό,τι έκανε δηλαδή ως το 2013 που απεβίωσε, για 68 από τα 87 χρόνια που έζησε. Όσο ζούσε την αποκαλούσαν γιαγιά της Σαμιοπούλας, και τώρα τη μνημονεύουν ως την Κυρά της Σαμιοπούλας.



